Σκληρή κριτική στην κυβερνητική πολιτική για το ιδιωτικό χρέος και τον εξωδικαστικό μηχανισμό ασκεί το Κίνημα ΝΙΚΗ, υποστηρίζοντας ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δεν προστατεύει ουσιαστικά τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά λειτουργεί κυρίως με τους όρους των τραπεζών και των servicers.
Σε ανακοίνωσή της, η ΝΙΚΗ αναφέρει ότι το θεσμικά καταγεγραμμένο ιδιωτικό χρέος της χώρας έχει ξεπεράσει τα 417 δισ. ευρώ, την ώρα που εκατομμύρια πολίτες βρίσκονται, όπως σημειώνει, αντιμέτωποι με κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και οικονομική ασφυξία.
Το κόμμα επικαλείται στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, σύμφωνα με τα οποία από την έναρξη λειτουργίας του εξωδικαστικού μηχανισμού έχουν πραγματοποιηθεί 64.406 ρυθμίσεις, συνολικού ύψους 19,67 δισ. ευρώ. Με βάση αυτά τα στοιχεία, η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι μετά από χρόνια εφαρμογής έχει ρυθμιστεί μόλις περίπου το 5% του ιδιωτικού χρέους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη σύνθεση των οφειλών που έχουν ενταχθεί στον μηχανισμό. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, από τα 56,9 δισ. ευρώ οφειλών που έχουν ενταχθεί, το 74% αφορά χρηματοδοτικούς φορείς, σχεδόν το 60% επιτηδευματίες, ενώ το 59% αφορά υποθέσεις άνω του 1 εκατ. ευρώ. Η ΝΙΚΗ συμπεραίνει ότι ο μηχανισμός εξυπηρετεί κυρίως μεγάλες επιχειρηματικές οφειλές και χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονται οι servicers, και όχι τον μέσο δανειολήπτη.
Ακόμη, το κόμμα επισημαίνει ότι στην έκθεση προόδου του Ιουνίου 2026, το 30,5% των απορρίψεων από χρηματοδοτικούς φορείς αποδίδεται σε «ανεπαρκή οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης της ρύθμισης». Όπως υποστηρίζει, αυτό σημαίνει ότι η ίδια η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη μετατρέπεται σε λόγο αποκλεισμού από τη ρύθμιση.
Η ΝΙΚΗ αναφέρεται επίσης στο χάσμα ανάμεσα στις αιτήσεις και στις ολοκληρωμένες ρυθμίσεις, σημειώνοντας ότι τον Ιούνιο υποβλήθηκαν 6.129 νέες αιτήσεις, ενώ ολοκληρώθηκαν μόλις 1.800 νέες ρυθμίσεις. Κατά την εκτίμησή της, το στοιχείο αυτό δείχνει ότι ο μηχανισμός δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Στο επίκεντρο της κριτικής μπαίνουν και οι πρόσφατες αλλαγές, όπως η μείωση του ελάχιστου ορίου οφειλής από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ και η διεύρυνση των δικαιούχων. Η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι οι αλλαγές αυτές αυξάνουν απλώς τον αριθμό όσων εισέρχονται σε έναν μηχανισμό που, όπως αναφέρει, δεν προσφέρει ουσιαστική λύση.
Παράλληλα, το κόμμα καταγγέλλει ότι με το πρόσφατο νομοθετικό πλαίσιο δίνεται δυνατότητα στους πιστωτές να απαιτούν την εκποίηση άλλων ακινήτων του οφειλέτη, γεγονός που, κατά τη ΝΙΚΗ, σημαίνει ότι η προστασία της πρώτης κατοικίας μπορεί να συνοδεύεται από απώλεια της υπόλοιπης περιουσίας.
Η πρόταση της ΝΙΚΗΣ περιλαμβάνει μόνιμη προστασία της πρώτης κατοικίας, άμεση κατάργηση των πλειστηριασμών, δημιουργία Δημόσιου Οργανισμού Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, μεταφορά των «κόκκινων» δανείων τραπεζών και funds σε αυτόν, καθώς και λογιστικό έλεγχο των δανείων με διαγραφή πανωτοκίων, παράνομων επιβαρύνσεων και πρόσθετων χρεώσεων.
Το κόμμα ζητά οι ρυθμίσεις να βασίζονται στην πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής κάθε οφειλέτη και να λαμβάνουν υπόψη κοινωνικά κριτήρια, όχι αποκλειστικά χρηματοοικονομικούς δείκτες.
Για τη Χίο, όπου μικρές επιχειρήσεις, επαγγελματίες και νοικοκυριά βιώνουν τις πιέσεις του αυξημένου κόστους ζωής και της νησιωτικότητας, η συζήτηση για το ιδιωτικό χρέος αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά την αντοχή της τοπικής οικονομίας και την προστασία της κοινωνικής συνοχής.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:
Ενώ το θεσμικά καταγεγραμμένο ιδιωτικό χρέος της χώρας έχει ξεπεράσει τα 417 δισ. ευρώ και εκατομμύρια πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και οικονομική ασφυξία, η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαφημίζει έναν εξωδικαστικό μηχανισμό που λειτουργεί με τους όρους των τραπεζών και των servicers και όχι με γνώμονα την προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Τα ίδια τα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας την εκθέτουν. Από την έναρξη λειτουργίας του εξωδικαστικού έχουν πραγματοποιηθεί 64.406 ρυθμίσεις, συνολικού ύψους 19,67 δισ. ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι μετά από χρόνια εφαρμογής του μηχανισμού, μόνο το 5% του ιδιωτικού χρέους έχει ρυθμιστεί.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύνθεση των 56,9 δισ. ευρώ οφειλών που έχουν ενταχθεί: το 74% αφορά χρηματοδοτικούς φορείς, σχεδόν το 60% επιτηδευματίες και το 59% υποθέσεις άνω του 1 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, ο μηχανισμός εξυπηρετεί κυρίως μεγάλες επιχειρηματικές οφειλές και χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονται οι servicers, όχι τον μέσο δανειολήπτη!
Επιπρόσθετα, η έκθεση προόδου Ιουνίου 2026 για τον εξωδικαστικό, δείχνει οτι το 30,5% των απορρίψεων από τους χρηματοδοτικούς φορείς αποδίδεται σε «ανεπαρκή οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης της ρύθμισης». Δηλαδή, η οικονομική αδυναμία μετατρέπεται στον βασικό λόγο αποκλεισμού.
Τον ίδιο μήνα υποβλήθηκαν 6.129 νέες αιτήσεις, ενώ ολοκληρώθηκαν μόλις 1.800 νέες ρυθμίσεις. Παρότι οι δύο ροές δεν ταυτίζονται χρονικά, το τεράστιο χάσμα μεταξύ αιτήσεων και ρυθμίσεων επιβεβαιώνει ότι ο μηχανισμός αδυνατεί να ανταποκριθεί.
Οι πρόσφατες αλλαγές με τη μείωση του ελάχιστου ορίου από 10.000 σε 5.000 ευρώ και η διεύρυνση των δικαιούχων αυξάνουν απλώς τον αριθμό όσων εισέρχονται σε έναν μηχανισμό όπου ούτε λύση ούτε δίκιο θα βρουν. Η δε δυνατότητα που παραχώρησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη –με το πρόσφατο νομοσχέδιο 5313 ΦΕΚ Α 102/25.06.2026- των πιστωτών να απαιτούν την εκποίηση κάθε άλλου ακινήτου του οφειλέτη, σημαίνει οτι η «προστασία» της πρώτης κατοικίας χρηματοδοτείται από την απώλεια της υπόλοιπης περιουσίας.
Η ΝΙΚΗ θεωρεί ότι το ιδιωτικό χρέος δεν αντιμετωπίζεται με έναν μηχανισμό που λειτουργεί αποκλειστικά προς όφελος των πιστωτών.
Απαιτείται μια συνολική πολιτική με:
* μόνιμη προστασία της πρώτης κατοικίας
* άμεση κατάργηση των πλειστηριασμών
* δημιουργία Δημόσιου Οργανισμού Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους
* μεταφορά όλων των «κόκκινων» δανείων τραπεζών και funds σε αυτόν
* λογιστικό έλεγχο όλων των δανείων με διαγραφή πανωτοκίων, παράνομων επιβαρύνσεων και έξτρα χρεώσεων
* ρυθμίσεις που θα βασίζονται στην πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής κάθε οφειλέτη
* ρυθμίσεις σύμφωνα με κοινωνικά και όχι αποκλειστικά χρηματοοικονομικά κριτήρια