Έντονο προβληματισμό προκαλεί το νέο σύστημα ενοποιημένης πιστοληπτικής βαθμολόγησης πολιτών και επιχειρήσεων, το οποίο τίθεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς φέρνει μια νέα πραγματικότητα στις συναλλαγές με το Δημόσιο, τις τράπεζες και την ιδιωτική αγορά.
Η σχετική κυβερνητική απόφαση καθορίζει τη μεθοδολογία παραγωγής της «ενοποιημένης βαθμολόγησης» και τη διασύνδεση του συστήματος της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους με συστήματα φορέων πιστοληπτικής βαθμολόγησης.
Στην πράξη, το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι φυσικά και νομικά πρόσωπα θα μπορούν να λαμβάνουν βαθμολογία πιστοληπτικής ικανότητας, η οποία θα προκύπτει από συνδυασμό στοιχείων για οφειλές προς το Δημόσιο και πληροφοριών από φορείς πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Η διαδικασία προβλέπει αίτηση του χρήστη και παροχή ρητής συγκατάθεσης για την άντληση στοιχείων από τρίτες πηγές, ενώ το αποτέλεσμα θα εκδίδεται το αργότερο εντός 24 ωρών και θα έχει ισχύ τριών μηνών.
Ωστόσο, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο τεχνικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτικό. Όταν η δυνατότητα ενός πολίτη να νοικιάσει σπίτι, να συνάψει σύμβαση, να πάρει δάνειο ή να συνεργαστεί επαγγελματικά περνά μέσα από έναν βαθμό, τότε η οικονομική ζωή μετατρέπεται σε ένα σύστημα διαρκούς αξιολόγησης.
Για τα φυσικά πρόσωπα προβλέπονται βαθμίδες από Α έως D, με το D να αντιστοιχεί σε εξαιρετικά χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα. Για τα νομικά πρόσωπα η κλίμακα είναι ακόμη πιο αναλυτική, από Α έως D, με ενδιάμεσες κατηγορίες.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία μπορεί να παρουσιάζει το μέτρο ως εργαλείο διαφάνειας και αξιολόγησης φερεγγυότητας. Όμως για την πραγματική οικονομία, ιδίως για μικρές επιχειρήσεις, επαγγελματίες και νοικοκυριά της περιφέρειας, όπως στη Χίο, ο κίνδυνος είναι προφανής: ένα προσωρινό οικονομικό πρόβλημα μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμο στίγμα.
Σε νησιωτικές οικονομίες, όπου τα εισοδήματα είναι συχνά εποχικά, οι επιχειρήσεις εξαρτώνται από τον τουρισμό, τις μεταφορές και τη ρευστότητα, ενώ οι καθυστερήσεις πληρωμών από το Δημόσιο δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, μια χαμηλή βαθμολογία μπορεί να λειτουργήσει σαν δεύτερη ποινή. Πρώτα ο πολίτης ή ο επαγγελματίας δυσκολεύεται να ανταποκριθεί και μετά το ίδιο το σύστημα τον αποκλείει από τα εργαλεία που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να σταθεί ξανά στα πόδια του.
Ελλας το μεγαλείο σου! https://t.co/JGB2CcIL39
— john papadopoulis (@jopapadop) August 30, 2026
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η έννοια της «προαιρετικότητας». Τυπικά, η έκδοση της βαθμολόγησης μπορεί να γίνεται με αίτηση και συγκατάθεση. Όταν όμως η αγορά αρχίσει να τη ζητά για μισθώσεις, δάνεια, συνεργασίες, παροχές ενέργειας ή τηλεπικοινωνιών, τότε η συγκατάθεση παύει να είναι πραγματικά ελεύθερη. Όποιος αρνείται να αξιολογηθεί, κινδυνεύει να θεωρηθεί ύποπτος.
Αυτό μεταφέρει την κοινωνία από τη λογική των δικαιωμάτων στη λογική της διαρκούς απόδειξης οικονομικής «καθαρότητας». Ο πολίτης δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως πρόσωπο με ανάγκες, δυνατότητες και συγκυρίες, αλλά ως αριθμός μέσα σε μια κλίμακα.
Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος λαθών, καθυστερημένων ενημερώσεων ή ελλιπών δεδομένων. Η ίδια η απόφαση προβλέπει περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να παραχθεί βαθμίδα αξιολόγησης λόγω μη κατάλληλων ή μη πρόσφατων δεδομένων, ενώ προβλέπεται και διαδικασία διόρθωσης ή συμπλήρωσης στοιχείων. Το ερώτημα όμως είναι τι θα συμβαίνει στο μεταξύ, όταν ο πολίτης θα χάνει μια μίσθωση, ένα δάνειο ή μια επαγγελματική ευκαιρία εξαιτίας μιας λανθασμένης ή καθυστερημένης εικόνας.
Ο παραλληλισμός με την Κίνα δεν πρέπει να γίνεται επιπόλαια, καθώς οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο, πανεθνικό «social credit score» όπως συχνά παρουσιάζεται στη Δύση. Ωστόσο, το κινεζικό μοντέλο δείχνει πώς η διασύνδεση δεδομένων, μαύρων λιστών και περιορισμών μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμούς από βασικές δραστηριότητες.
Στην Κίνα, οι λεγόμενοι «αναξιόπιστοι» οφειλέτες μπορούν να βρεθούν αντιμέτωποι με περιορισμούς σε αεροπορικά ταξίδια, τρένα υψηλής ταχύτητας, αγορά ακινήτων, διαμονή σε συγκεκριμένους χώρους και άλλες δραστηριότητες που θεωρούνται μη αναγκαίες. Ο κίνδυνος για την Ευρώπη και την Ελλάδα δεν είναι η αντιγραφή του ίδιου αυταρχικού μοντέλου, αλλά η σταδιακή αποδοχή της ιδέας ότι ένας πολίτης μπορεί να αποκλείεται από την οικονομική ζωή επειδή ένας αλγόριθμος τον κατέταξε χαμηλά.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια σε κρίσιμα ερωτήματα: ποιος θα ελέγχει τον αλγόριθμο, πώς θα ενημερώνεται ο πολίτης για τη λογική της βαθμολόγησης, πόσο γρήγορα θα διορθώνονται λάθη, ποια δεδομένα θα χρησιμοποιούνται, ποιοι ιδιώτες θα μπορούν να ζητούν τη βεβαίωση και ποιες συναλλαγές δεν θα επιτρέπεται να εξαρτώνται από αυτή.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα αναγνωρίζει δικαιώματα απέναντι σε αυτοματοποιημένες αποφάσεις και προφίλ που μπορούν να έχουν νομικές ή αντίστοιχα σημαντικές συνέπειες για το άτομο. Αυτό σημαίνει ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την πιστοληπτική βαθμολόγηση ως απλή διοικητική ευκολία.
Αντί η κυβέρνηση να δημιουργεί νέες κατηγορίες πολιτών, οφείλει να ενισχύσει μηχανισμούς ρύθμισης χρεών, προστασίας της πρώτης κατοικίας, πρόσβασης των μικρών επιχειρήσεων σε ρευστότητα και πραγματικής διόρθωσης αδικιών. Η φερεγγυότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί με κοινωνικό φακέλωμα.
Για τη Χίο, όπου μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, επαγγελματίες, αγρότες, ναυτικοί και εποχικά εργαζόμενοι δίνουν καθημερινά αγώνα επιβίωσης, ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλεισμού αντί ως εργαλείο διευκόλυνσης.
Η χώρα χρειάζεται εμπιστοσύνη, όχι ψηφιακές ταμπέλες πάνω από κάθε πολίτη. Χρειάζεται πολιτικές που βοηθούν όσους δυσκολεύονται να επανενταχθούν στην οικονομική ζωή, όχι αλγοριθμικές κατηγοριοποιήσεις που μπορεί να τους κλείσουν ακόμη περισσότερες πόρτες.