twitter youtube google

 

ΑΡΘΡΑ

Τετάρτη, 09 Σεπτεμβρίου 2026 09:27
Εκτύπωση

CHIOSΥπάρχουν κείμενα που τα διαβάζεις και θυμώνεις. Υπάρχουν κείμενα που τα διαβάζεις και δυσκολεύεσαι να συνεχίσεις. Και υπάρχουν κείμενα που, αφού τα τελειώσεις, σε αναγκάζουν να αναρωτηθείς όχι μόνο για αυτό που περιγράφουν, αλλά και για την κοινωνία που επιτρέπει τέτοιες ιστορίες να μένουν για χρόνια κρυμμένες.

Η συγκεκριμένη καταγγελία για σεξουαλική βία είναι ένα τέτοιο κείμενο.

Η γυναίκα που την υπογράφει περιγράφει μια σειρά από περιστατικά που, σύμφωνα με την αφήγησή της, ξεκινούν το 2022 και συνεχίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Περιγράφει έναν άνδρα που γνώρισε αρχικά επαγγελματικά, τον οποίο θαύμαζε και από τον οποίο ζητούσε βοήθεια για να μπορέσει να αλλάξει επαγγελματικό δρόμο.

Περιγράφει επίσης τον εαυτό της σε μια εξαιρετικά ευάλωτη περίοδο: μονογονεϊκή μητέρα, οικονομική πίεση, επισφαλή εργασία, σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση και χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Και περιγράφει έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με τα δικά της λόγια, παρουσιαζόταν στο κοινωνικό του περιβάλλον ως αντιφασίστας, αντιρατσιστής και αντισεξιστής.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο κοινωνικό ερώτημα.

Πόσο εύκολα μπορεί η δημόσια εικόνα ενός ανθρώπου να μας κάνει να αγνοήσουμε τη συμπεριφορά του;

Δεν ξεκίνησε ως ερωτική ιστορία

Αυτό είναι σημαντικό να μην χαθεί.

Η γυναίκα δεν περιγράφει ότι γνώρισε έναν άνδρα με τον οποίο ήθελε να κάνει σχέση. Τον γνώρισε επειδή θαύμαζε τη δουλειά του και ήθελε να μπει στον ίδιο επαγγελματικό χώρο.

Εκείνος της έδινε συμβουλές. Της έδινε την εντύπωση ότι μπορούσε να τη βοηθήσει. Της έδινε προσοχή.

Και εκείνη, όπως γράφει, είχε ανάγκη από αυτή την προσοχή.

Στον πρώτο καφέ υπήρχαν, σύμφωνα με την αφήγησή της, υπονοούμενα που την έκαναν να αισθάνεται άβολα. Παρ' όλα αυτά, αντί να εμπιστευτεί το ένστικτό της, άρχισε να αμφιβάλλει για τον εαυτό της.

Μήπως ήταν πολύ φιλική; Μήπως παρεξηγήθηκε; Μήπως εκείνη έδινε λάθος μήνυμα;

Και μετά ήρθε το σπίτι.

Εκεί περιγράφει ότι, ενώ τον βοηθούσε να ανέβει τις σκάλες, εκείνος της έπιασε το στήθος. Η ίδια γράφει ότι πάγωσε.

Και στη συνέχεια περιγράφει ότι προχώρησε σε σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεσή της, ενώ εκείνη του ζήτησε τουλάχιστον να χρησιμοποιήσει προφυλακτικό και εκείνος αρνήθηκε.

Δεν περιγράφει μια γυναίκα που είπε «ναι» και αργότερα μετάνιωσε. Περιγράφει ότι πάγωσε. Περιγράφει ότι «βγήκε από το σώμα της». Και περιγράφει ότι χρειάστηκε χρόνια για να μπορέσει να ονομάσει αυτό που είχε συμβεί.

«Μήπως έφταιγα εγώ;»

Εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα πιο συγκλονιστικά σημεία ολόκληρης της αφήγησης.

Μετά το περιστατικό, σύμφωνα με την ίδια, δεν σκέφτηκε αμέσως: «Με βίασε». Σκέφτηκε: «Μήπως έδωσα δικαίωμα;»

Και υπήρχε ένας λόγος γι' αυτό.

«Όλοι τον είχαν για καλό άνθρωπο».

Αντιφασίστα. Αντιρατσιστή. Αντισεξιστή.

Πώς λοιπόν μπορούσε αυτός ο άνθρωπος να είναι βιαστής;

Και έτσι η αμφιβολία μετακινήθηκε από εκείνον σε εκείνη.

Μήπως έφταιγε η συμπεριφορά της; Μήπως δεν αντιστάθηκε αρκετά; Μήπως ήταν υπερβολική; Μήπως είχε καταλάβει λάθος;

Αυτό είναι το victim blaming (ενοχοποίηση του θύματος) στην πιο ύπουλη μορφή του: όταν δεν χρειάζεται καν να κατηγορήσει το θύμα κάποιος άλλος, γιατί έχει ήδη αρχίσει να κατηγορεί τον εαυτό του.

Η ίδια γράφει ότι της πήρε τρία χρόνια και πολύ επίπονη ψυχοθεραπεία για να μπορέσει να καταλάβει ότι αυτό που είχε συμβεί, όπως και όσα ακολούθησαν, ήταν βιασμοί.

Το «πάγωσα» δεν σημαίνει «συναίνεσα»

Υπάρχει μια επικίνδυνη αντίληψη γύρω από τον βιασμό: ότι το θύμα πρέπει να φωνάξει, να χτυπήσει, να παλέψει. Κι αν δεν το κάνει; Τότε κάποιοι σπεύδουν να ρωτήσουν: «Γιατί δεν αντιστάθηκε;»

Η απάντηση είναι απλή.

Η απουσία αντίστασης δεν είναι συναίνεση.

Ο φόβος μπορεί να παραλύσει έναν άνθρωπο. Η ακραία απειλή μπορεί να προκαλέσει πάγωμα. Κάποιος μπορεί να υπακούσει όχι επειδή θέλει, αλλά επειδή προσπαθεί να μειώσει τον κίνδυνο και να κάνει το μαρτύριο να τελειώσει.

Η ίδια το περιγράφει με τον δικό της τρόπο. Δεν φώναξε. Πάγωσε. Αποσυνδέθηκε. Και αργότερα προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι το ήθελε.

Αυτό όμως δεν αλλάζει την αρχική πραγματικότητα όπως την αφηγείται.

Η συναίνεση δεν δημιουργείται εκ των υστέρων.

Και μετά ήρθαν τα «όμορφα λόγια»

Εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο σύνθετη.

Μετά τον πρώτο καταγγελλόμενο βιασμό, η γυναίκα περιγράφει ότι δέχτηκε μηνύματα γεμάτα κολακεία. Της έλεγε ότι είναι όμορφη, ότι του αρέσει, ότι δεν μπορεί να τη βγάλει από το μυαλό του.

Και εκείνη τα πίστεψε.

Όχι επειδή, όπως γράφει, τον ήθελε εξαρχής. Αλλά επειδή εκείνη την περίοδο είχε ανάγκη να αισθανθεί ότι κάποιος τη βλέπει, ότι κάποιος τη θεωρεί σημαντική.

Ο άνθρωπος που λίγο πριν, σύμφωνα με την καταγγελία, την είχε κακοποιήσει, εμφανιζόταν τώρα ως άνθρωπος που την ήθελε, την αγαπούσε και τη χρειαζόταν.

Έτσι δημιουργείται η σύγχυση.

Βία και κολακεία. Φόβος και ενδιαφέρον. Ταπείνωση και «αγάπη».

Η ίδια περιγράφει έναν κύκλο μέσα στον οποίο η κακοποίηση ακολουθείται από λόγια που την κάνουν να αμφιβάλλει για την ίδια την κακοποίηση.

Και αυτό είναι κάτι που ο εξωτερικός παρατηρητής συχνά αδυνατεί να καταλάβει.

«Αφού της έκανε αυτά, γιατί τον ξαναείδε;»

Γιατί η κακοποίηση δεν είναι πάντα μια ευθεία γραμμή. Μπορεί να είναι ένας κύκλος.

Όταν το «όχι» δεν έχει σημασία

Η αφήγηση στη συνέχεια γίνεται ακόμη πιο βαριά.

Η γυναίκα περιγράφει επαναλαμβανόμενα περιστατικά σεξουαλικής και σωματικής βίας, με χτυπήματα, βρισιές, διαταγές, εξευτελισμό και πράξεις στις οποίες, όπως λέει, δεν είχε συναινέσει.

Σε ένα από τα περιστατικά αναφέρει ότι είπε ξεκάθαρα πως δεν είχε διάθεση για σεξ. Η απάντηση, όπως την παραθέτει, ήταν: «Έλα, άσ' τα αυτά τώρα, πουτανάκι». Και ακολούθησε βία.

Εδώ δεν υπάρχει περίπλοκο φιλοσοφικό ερώτημα.

Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε την πολιτική του ταυτότητα. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε αν ήταν δημοφιλής. Δεν χρειάζεται να ξέρουμε τι έλεγε στις παρέες του.

Μια γυναίκα είπε ότι δεν θέλει. Σύμφωνα με την καταγγελία, εκείνος προχώρησε.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η συζήτηση για τη συναίνεση πρέπει να είναι απολύτως καθαρή.

Η γυναίκα έγινε «το ταξί του»

Ίσως μία από τις πιο αποκαλυπτικές φράσεις της καταγγελίας είναι αυτή: «Νόμιζα τότε πως το να είμαι το ταξί του, σήμαινε πως μου έδινε σημασία».

Τον μετέφερε. Τον περίμενε. Του αγόραζε καφέ. Τον βοηθούσε. Του δάνεισε χρήματα που χρειαζόταν για το παιδί της.

Και εκείνος, σύμφωνα με την αφήγησή της, όχι μόνο δεν ανταπέδιδε αυτή την προσφορά αλλά την αντιμετώπιζε σαν κάτι δεδομένο.

Αυτό δείχνει πόσο είχε διαστρεβλωθεί η αντίληψή της για τη σχέση.

Η εκμετάλλευση είχε αρχίσει να μοιάζει με ενδιαφέρον. Η προσφορά είχε γίνει υποχρέωση. Και η ανάγκη της να είναι χρήσιμη είχε μετατραπεί σε εργαλείο ελέγχου.

Δεν ήταν μόνο το σώμα

Η βία που περιγράφει δεν περιορίζεται στο σώμα.

Είναι και η γλώσσα. Οι χαρακτηρισμοί. Οι διαταγές. Η ταπείνωση. Η επανάληψη της λέξης «πουτάνα». Η σταδιακή δημιουργία μιας εικόνας μέσα στην οποία η ίδια άρχισε να πιστεύει ότι άξιζε αυτή τη συμπεριφορά.

Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο κομμάτι της κακοποίησης.

Γιατί κάποια στιγμή δεν χρειάζεται πλέον να σου πει ο άλλος ότι δεν αξίζεις. Το έχεις αρχίσει να το λες μόνος σου.

Η γυναίκα γράφει ότι ένιωθε «σκουπίδι», ότι ντρεπόταν, ότι δεν τολμούσε να μιλήσει, ότι πίστευε πως εκείνη έφταιγε.

Η βία, επομένως, δεν αφήνει μόνο σημάδια στο σώμα. Μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του.

Ο φόβος είχε εγκατασταθεί πριν ακόμη έρθει η επόμενη πράξη

Ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό σημείο είναι η περιγραφή της συζήτησης για μια πιθανή σεξουαλική πράξη με δύο άνδρες. Η γυναίκα λέει ότι δεν ήθελε. Φοβήθηκε. Του είπε ότι δεν κάνει τέτοια πράγματα. Και παρ' όλα αυτά ένιωσε την ανάγκη την επόμενη ημέρα να τον ξαναπάρει τηλέφωνο για να επαναλάβει την άρνησή της.

Γιατί;

Επειδή, σύμφωνα με την αφήγησή της, είχε ήδη μάθει ότι το «όχι» της μπορεί να μην είναι αρκετό.

Αυτό είναι η εγκατάσταση του φόβου.

Δεν χρειάζεται κάθε φορά να υπάρχει μια ρητή απειλή. Αρκεί να έχει προηγηθεί αρκετή βία ώστε το θύμα να γνωρίζει τι μπορεί να συμβεί αν αντιδράσει.

Η βία δεν τελείωσε όταν σταμάτησε η επαφή

Κάποια στιγμή η γυναίκα απομακρύνεται. Η επικοινωνία αραιώνει. Τον μπλοκάρει.

Όμως η αφήγησή της δεν τελειώνει εκεί.

Τον ξανασυναντά σε δημόσιους χώρους. Στα Λιπάσματα. Σε φεστιβάλ. Σε διαδήλωση. Και περιγράφει νέα περιστατικά σωματικής παραβίασης.

Αυτό έχει τεράστια σημασία.

Γιατί μας υπενθυμίζει ότι το τραύμα δεν τελειώνει απαραίτητα όταν τελειώσει η επαφή.

Ο φόβος μπορεί να παραμένει. Το σώμα μπορεί να θυμάται. Μια τυχαία συνάντηση μπορεί να επαναφέρει όλη την προηγούμενη εμπειρία.

Και η γυναίκα που έχει ήδη περάσει από την κακοποίηση μπορεί να συνεχίσει να αισθάνεται ότι δεν είναι ασφαλής.

Μα πώς γίνεται ένας αντισεξιστής να είναι βιαστής;

Εδώ βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο ερώτημα.

Και η απάντηση πρέπει να είναι ξεκάθαρη.

Η ιδεολογία δεν είναι πιστοποιητικό ηθικής.

Το ότι ένας άνθρωπος δηλώνει αντισεξιστής δεν σημαίνει ότι κάθε συμπεριφορά του είναι αντισεξιστική.

Το ότι δηλώνει αντιφασίστας δεν σημαίνει ότι είναι αυτομάτως δημοκρατικός σε κάθε προσωπική του σχέση.

Το ότι καταγγέλλει την πατριαρχία δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ασκήσει ο ίδιος συμπεριφορές κυριαρχίας.

Οι άνθρωποι δεν είναι πάντα αυτό που λένε ότι είναι.

Και αυτό δεν αφορά μόνο την Αριστερά.

Αφορά όλους.

Ο συντηρητικός μπορεί να είναι βίαιος. Ο φιλελεύθερος μπορεί να είναι βίαιος. Ο θρησκευόμενος μπορεί να είναι βίαιος. Ο άθεος μπορεί να είναι βίαιος. Ο πλούσιος μπορεί να είναι βίαιος. Ο φτωχός μπορεί να είναι βίαιος. Ο ακτιβιστής μπορεί να είναι βίαιος.

Ο άνθρωπος που μιλά καθημερινά για τα δικαιώματα των άλλων μπορεί να παραβιάζει τα δικαιώματα ενός ανθρώπου δίπλα του.

Η δημόσια ταυτότητα δεν ακυρώνει την ιδιωτική πράξη.

Ο βιασμός δεν έχει πολιτικό χρώμα

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο μια κοινωνία πρέπει να είναι απόλυτα συνεπής.

Όταν ένας δεξιός άνδρας κατηγορείται για βιασμό, δεν λέμε: «Ναι, αλλά είναι δεξιός».

Όταν ένας ακροδεξιός κατηγορείται για βιασμό, δεν λέμε: «Αυτό αποδεικνύει την ιδεολογία του».

Όταν ένας θρησκευόμενος κατηγορείται για βιασμό, η θρησκεία του δεν αποτελεί ούτε απόδειξη ούτε άφεση.

Το ίδιο ακριβώς πρέπει να ισχύει και για έναν αριστερό.

Δεν υπάρχει «αριστερός βιασμός». Δεν υπάρχει «δεξιός βιασμός». Δεν υπάρχει «αντιφασιστικός βιασμός». Δεν υπάρχει «θρησκευτικός βιασμός».

Υπάρχει σεξουαλική βία.

Και η αξιολόγηση μιας καταγγελίας πρέπει να γίνεται με βάση τα γεγονότα και τα στοιχεία, όχι με βάση το πολιτικό βιογραφικό του καταγγελλόμενου.

Η πραγματική δοκιμασία του αντισεξισμού

Υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να καταλάβεις αν κάποιος πραγματικά σέβεται τον άλλον.

Όχι από το τι γράφει στα social media. Όχι από το τι συνθήματα φωνάζει. Όχι από το τι ψηφίζει.

Αλλά από το τι κάνει όταν ακούει:

«Όχι».

Τι κάνει όταν η γυναίκα αλλάζει γνώμη; Τι κάνει όταν φοβάται; Τι κάνει όταν πονάει; Τι κάνει όταν προσπαθεί να φύγει; Τι κάνει όταν δεν του δίνει αυτό που θέλει;

Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός αντισεξισμός.

Γιατί η ισότητα δεν δοκιμάζεται μπροστά σε ένα πανό.

Δοκιμάζεται όταν έχεις δύναμη πάνω σε έναν άλλο άνθρωπο και επιλέγεις να μην την καταχραστείς.

Να μην υπάρχουν «δικοί μας» και «δικοί τους»

Η μεγαλύτερη δοκιμασία μιας πολιτικής κοινότητας δεν είναι να καταγγέλλει τους αντιπάλους της. Αυτό είναι εύκολο.

Η πραγματική δοκιμασία είναι να μπορεί να καταγγείλει και τον δικό της άνθρωπο.

Τον φίλο. Τον συναγωνιστή. Τον γνωστό. Τον δημοφιλή. Εκείνον που όλοι θεωρούν «καλό άνθρωπο».

Γιατί αν η καταγγελία εναντίον του πολιτικού μας αντιπάλου είναι αυτονόητα πιστευτή, ενώ η ίδια καταγγελία εναντίον του δικού μας ανθρώπου αντιμετωπίζεται με καχυποψία, τότε δεν έχουμε αρχές.

Έχουμε οπαδισμό.

Και ο οπαδισμός είναι ο εχθρός της δικαιοσύνης.

Δεν μπορεί να υπάρχει ένας κανόνας για τους «άλλους» και ένας διαφορετικός κανόνας για «εμάς».

Η συναίνεση είναι ίδια για όλους. Το σώμα είναι ίδιο για όλους. Η αξιοπρέπεια είναι ίδια για όλους.

Ο φόβος πρέπει να αλλάξει μεριά

Στο τέλος της καταγγελίας η γυναίκα μιλά για εφιάλτες, αϋπνία, κρίσεις πανικού, ενοχές και σκέψεις αυτοκτονίας.

Και γράφει μια φράση που αξίζει να μείνει:

«Πρέπει να έρχεται μια στιγμή που ο φόβος θ' αλλάξει μεριά».

Δεν σημαίνει εκδίκηση. Δεν σημαίνει αυτοδικία. Δεν σημαίνει ότι αντικαθιστούμε τη δικαιοσύνη με το πλήθος.

Σημαίνει κάτι πολύ πιο βασικό.

Να μην είναι πάντα η γυναίκα αυτή που φοβάται. Να μην είναι πάντα αυτή που ντρέπεται. Να μην είναι πάντα αυτή που κρύβεται. Να μην είναι πάντα αυτή που αναρωτιέται τι έκανε λάθος. Να μην είναι πάντα αυτή που κουβαλάει τη ντροπή για τη βία που δέχτηκε.

Ο φόβος πρέπει να αλλάξει μεριά με έναν μόνο τρόπο:

Όχι επειδή οι άνθρωποι θα φοβούνται τη βία περισσότερο από πριν, αλλά επειδή αυτός που ασκεί βία θα ξέρει ότι δεν θα έχει κοινωνική ή ιδεολογική ασυλία.

Δεν έχει «μα»

Μπορούμε να συζητήσουμε για την Αριστερά. Για τη Δεξιά. Για τον αντιφασισμό. Για τον φεμινισμό. Για την πατριαρχία. Για τις ιδεολογίες. Για τα κοινωνικά κινήματα.

Αλλά υπάρχει ένα σημείο όπου όλες αυτές οι συζητήσεις σταματούν.

Είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος λέει:

«Δεν θέλω».

Εκεί δεν υπάρχει πολιτική θεωρία.

Υπάρχει ένα όριο που πρέπει να γίνει σεβαστό.

Και όταν αυτό το όριο παραβιάζεται, δεν μπορείς να κοιτάξεις πρώτα την κομματική ταυτότητα του ανθρώπου που το παραβίασε.

Πρέπει να κοιτάξεις την πράξη.

Και φυσικά, όταν μιλάμε για συγκεκριμένο πρόσωπο, πρέπει να θυμόμαστε τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στην καταγγελία και στη δικαστικά αποδεδειγμένη ενοχή.

Αλλά αυτή η αρχή ισχύει για όλους.

Μα είναι αριστερός.

ΕΙΝΑΙ ΒΙΑΣΤΗΣ.

Μα είναι αντισεξιστής.

ΕΙΝΑΙ ΒΙΑΣΤΗΣ.

Μα είναι αντιφασίστας.

ΕΙΝΑΙ ΒΙΑΣΤΗΣ.

Μα είναι αντιρατσιστής.

ΕΙΝΑΙ ΒΙΑΣΤΗΣ.

Μα είναι γνωστός.

ΕΙΝΑΙ ΒΙΑΣΤΗΣ.

Μα όλοι τον θεωρούν καλό άνθρωπο.

ΕΙΝΑΙ ΒΙΑΣΤΗΣ.

Μα έχει κάνει τόσα καλά πράγματα.

ΕΙΝΑΙ ΒΙΑΣΤΗΣ.

Μα…

Δεν έχει «μα».

Αν τα γεγονότα της καταγγελίας αποδειχθούν, δεν υπάρχει ιδεολογία που να μπορεί να τα εξαγνίσει.

Δεν υπάρχει πολιτική ταυτότητα που να μπορεί να διαγράψει τη βία.

Δεν υπάρχει «δικός μας» βιασμός και «δικός τους» βιασμός.

Υπάρχει μόνο η ίδια απαίτηση: σεβασμός στη συναίνεση, στην ελευθερία και στο σώμα του άλλου.

Και όταν αυτά παραβιάζονται, η πολιτική ταυτότητα του δράστη δεν αλλάζει τη φύση της πράξης.

Μα…

Δεν έχει «μα».

ΕΙΝΑΙ ΒΙΑΣΜΟΣ.

 

ΓΡΑΦΕΙ: Γιώργος Χάμπας

Κοινωνιολόγος

12

image

image

Newsletter